αὐτοπαθῆ

αὐτοπαθής
speaking from one's own feeling
neut nom/voc/acc pl (attic epic doric)
αὐτοπαθής
speaking from one's own feeling
masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic)
αὐτοπαθής
speaking from one's own feeling
masc/fem acc sg (attic epic doric)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αυτοπαθή ρήματα — Τα ρήματα που φανερώνουν ότι το υποκείμενό τους ενεργεί και η ενέργεια επιστρέφει πάλι σε αυτό. Προέρχονται από τα αντίστοιχα ενεργητικά ρήματα και μπορούν να αναλυθούν στο ενεργειακό ρήμα και στην ανάλογη αυτοπαθή αντωνυμία: καθαρίζομαι =… …   Dictionary of Greek

  • ταὐτοπαθῆ — αὐτοπαθῆ , αὐτοπαθής speaking from one s own feeling neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) αὐτοπαθῆ , αὐτοπαθής speaking from one s own feeling masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) αὐτοπαθῆ , αὐτοπαθής speaking from one s own feeling… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αλλοπαθής — ές (Α ἀλλοπαθής) 1. αυτός που δεν πάσχει από δική του αιτία αλλά υφίσταται την επίδραση κάποιου άλλου 2. (Γραμμ.) α) «αλλοπαθείς αντωνυμίες», οι μη αυτοπαθείς αντωνυμίες, αυτές δηλ. που δέχονται ενέργεια από άλλο υποκείμενο (διδάσκεις ἐμέ,… …   Dictionary of Greek

  • αλλοτριώνω — (Α ἀλλοτριῶ, όω) 1. κάνω κάτι αλλότριο, ξένο, αποξενώνω 2. παθ. περιέρχομαι στην κυριότητα άλλου νεοελλ. 1. μεταβιβάζω σε άλλον την κυριότητα, εκποιώ, πουλώ 2. αφαιρώ την ελευθερία κάποιου, τόν αποξενώνω από τον εαυτό του αρχ. Ι. ενεργ. 1. στερώ …   Dictionary of Greek

  • αντιπάσχω — ἀντιπάσχω (AM) μσν. υφίσταμαι κάτι συμμετέχοντας στα παθήματα άλλου αρχ. 1. υποφέρω με τη σειρά μου, παθαίνω κακό μετά από κακό που προξένησα 2. ευεργετούμαι για ευεργεσία που έκανα 3. είμαι ανάλογος προς κάποιον άλλο 4. είμαι αντίθετης φύσης με… …   Dictionary of Greek

  • ατός — ή, ό (ατός μου, ατή μου, ατός σου, ατό του...) αυτός ο ίδιος, μόνος του («ατός μου το θαμάζω», «ήρθε ατός του ο βασιλιάς», «ατή της εγκρεμίστηκε»). [ΕΤΥΜΟΛ. Το ατός ανάγεται στην αυτοπαθή αντωνυμία εᾱτού αντί εᾱυτού. Η γεν. εαυτού καθώς και η δοτ …   Dictionary of Greek

  • προΐημι — Α [ἵημι] 1. αποστέλλω κάποιον εκ τών προτέρων ή στέλνω κάτι από πριν («αἶψα δ’ ἐπ Αἴαντα προΐεις κήρυκα θοώτην», Ομ. Ιλ.) 2. αφήνω κάποιον να πάει κάπου («Μαίον ἄρα προέηκε, θεῶν τετράεσσι πιθήσας», Ομ. Ιλ.) 3. αφήνω κάτι να πέσει («πηδάλιον ἐκ… …   Dictionary of Greek

  • φίλαυτος — η, ο / φίλαυτος, ον, ΝΜΑ αυτός που αγαπά υπερβολικά τον εαυτό του, υπέρμετρα εγωιστής («ὁ ἑαυτὸν δῆθεν φιλῶν καὶ πάντα πράττων ἑαυτοῡ χάριν», Φώτ.) αρχ. 1. (με θετ. σημ.) αυτός που αγαπά τον εαυτό του 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ φίλαυτον η φιλαυτία.… …   Dictionary of Greek

  • φίλος — ίλεος, τὸ, Α φιλία. [ΕΤΥΜΟΛ. Αμφβλ. τ. που μπορεί να θεωρηθεί ως μεταπλασμένος τής λ. φιλία, κατά τα σιγμόληκτα ουδ. μῖσος, νεῖκος]. η, ο / φίλος, η, ον, ΝΜΑ, θηλ. και φίλαινα Ν, θηλ. και ος Α 1. αγαπητός, προσφιλής (α. «φίλο έθνος» β. «μηκέτι,… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.